| Nov. 7th, 2007 @ 11:53 am remember me? |
|---|
Ξύπνησα σχεδόν μπερδεμένη από τα οκτώ διαφορετικά όνειρα που έβλεπα, όλα μπλεγμένα μεταξύ τους σαν το amores peros. Καθώς άφηνα το ενοχλητικό φως που ερχόταν ανάμεσα από τους κοκοφοίνικες να πονάει τα μάτια μου, οργάνωνα σε λίστα όλα όσα έφαγα το προηγούμενο βράδι, προσπαθώντας να εξηγήσω γιατί. Προσπαθώντας μάλλον να αποφύγω να βάλω σε λίστα τα όνειρα. One pound of mussels. Half a steak. Milk chocolate macademia balls. ΙΟΝ Αμυγδάλου. Τρία ποτήρια Pepsi. Τέσσερα επεισόδια Heroes.
Σύρθηκα από το κρεβάτι ορίζοντας την εκκίνηση διαδικασίας πρωινού. Σήμερα πρέπει να είμαστε λίγο πιο γρήγοροι, το αγόρι έχει οντισιόν και θα φύγει σε μια ώρα. Βγάζω τα αυγά από το ψυγείο και σκέφτομαι το ψυγείο της Ροστοβίου, τις πατούσες μου να κρυώνουν όπως πατάω πάνω στο κρύο μάρμαρο φθινοπωρινού πρωινού, την μπαλκονόπορτα της κουζίνας ακόμα ανοιχτή, ξεχασμένη από το καλοκαίρι, τον αέρα να μυρίζει γεμιστά που μαγειρεύει η από κάτω και Soupline από τα ρούχα που έχω απλωμένα, τα αυγά μέσα στο ψυγείο να είναι ραγισμένα. Το όνειρο. Όπως τα κοιτάω νιώθω τη Χρύσα από πίσω μου, μόλις ξύπνησε και θέλει γάλα με κουλουράκια, αλλά μόνο αυτό, θα το ρίξει έξω μόνο το πρωί, την υπόλοιπη μέρα δε θα φάει τίποτα. Την κοιτάω αυστηρά και με την άκρη του ματιού μου βλέπω τη Γιώτα να πλησιάζει στις μύτες, ούτε κι εκείνη περίμενε το μάρμαρο να είναι τόσο κρύο, πριν από λίγο καιρό κάναμε μακροβούτια. Μιλάει σιγά για να μην ξυπνήσει τον Will, θέλει κι αυτή να παίξει μαζί μας αλλά τη βλέπω μαζεμένη. Ίσως να μην ξέρει αν είναι σωστό να μιλήσει για ευχάριστα πράγματα μπροστά στη Χρύσα – είναι ακόμα πολύ νωρίς. Ίσως να μην ξέρει αν αξίζει να μιλήσει για ευχάριστα πράγματα σε μένα – δεν θα καταλάβω. Συμβιβάζεται λέγοντας μας κάτι που τελειώνει σε «τέεελεια!» και γυρνάει πίσω στο σαλόνι να δει τι κάνει ο Will, να ρωτήσει αν η Μάρω χτύπησε τον τοίχο ενοχλημένη.
Η υγρή μύτη του Έρικ πάνω στον ώμο μου και το παγωμένο του χέρι στην κοιλιά μου, μου φάινονται τόσο απόκοσμα εκείνη τη στιγμή που θέλω να βάλω τα κλάματα και να γυρίσω τρέχοντας σπίτι μου. Να διακτινιστώ. Να πετάξω πάνω από τον Ατλαντικό και να έχω πάλι καρέ μαλλιά και να είμαι 23. Είμαι όμως σπίτι μου, κι όχι απλά είμαι, αλλά καίω και το μπέικον πιτσιλώντας το άσπρο πουλόβερ που αγόρασα από την εξορία του Βελγίου το 1999. Δεν ξέρω τι ακριβώς κάνει αυτό το πουλόβερ στο Χόλιγουντ. Ξέρω πως εγώ πρέπει να τελειώσω τα αυγά με μπέικον άμεσα γιατί ο Έρικ πρέπει να φύγει. Ο Έρικ ποιός είναι; Αυτός που την ώρα που έφευγα από το Wunderbar, άνοιξα τα μάτια μου και είδα να κοιμάται δίπλα μου. Σου φαίνεται πως κάτι δεν κολλάει; Κι εμένα.
Τη Γιώτα την άφησα σπίτι για να γνωριστεί καλύτερα με τον Will. Τη Χρύσα την άφησα στο κρεβάτι μου να κοιμάται για να χωνέψει όλα όσα έφαγε. Τις προειδοποίησα και τις δύο ότι τα αυγά στο ψυγείο είναι ραγισμένα. Τους ζήτησα να ανοίξουν στη Μαίρη όταν θα έρθει από το video club. Έφυγα και δεν τους είπα που πάω. Ούτε με ρώτησαν.
Στο Wunderbar συνάντησα έναν παλιό μου φίλο. Είχα να τον δω 2-3 χρόνια, αλλά μου έδειξε ένα mousepad που του έφτιαξε ο κολλητός του, ένα mousepad-οθόνη που έδειχνε διαδοχικά όλες τις φωτογραφίες αυτών των χρόνων που εγώ δεν υπήρχα πουθενά στη ζωή του. Περίεργο, μέχρι τότε ήταν ο κολλητός μου, εξαφανίστηκε για δύο χρόνια και τώρα, μόνο οι φωτογραφίες αυτών των δύο χρόνων μοιάζουν με τις φωτογραφίες μιας ζωής. Διακοπές σε εξωτικά μέρη, ταξίδια επαγγελματικά, καινούργια μωρά στην οικογένεια, αποφοιτήσεις, αρρώστιες, μετακομίσεις. Μία ολόκληρη ζωή χωρίς εμένα. Όσες φωτογραφίες είχαμε μαζί είναι ίδιες, βαρετές, προβλέψιμες και ξαφνικά εξαφανίζομαι και αυτός ο άνθρωπος ζει τα πάντα. Κάποτε είχαμε πει με αυτόν τον άνθρωπο ότι θα ζήσουμε τα πάντα μαζί, γιατί αλλιώς δεν έχει νόημα. Κι έφυγα. Και τα έζησε.
Δεν μπορούσα καν να κουνηθώ, κοίταζα μουδιασμένη το mousepad του και προσπαθούσα να σταματήσω το κάψιμο που ένιωθα στα μάτια μου με κλισέ αντιδράσεις έκπληξης και χαράς για τα κατορθώματά του. Ααα, τι ωραία. Μπράβο ρε που το έκανες αυτό. Είδες τελικά, δεν ήταν τόσο χάλια. Έλα ρε, πήγατε εκεί; Τέλεια. Ο κόμπος ανέβαινε όλο και πιο ψηλά στο λαιμό μου. Άλλαξα θέμα και του χάρισα το παλιό μου λάπτοπ, για να του αλλάξει σκληρό και να το χρησιμοποιεί. Σηκώθηκε να χαιρετήσει κάτι φίλους του και δεν ξαναγύρισε. Όταν τους ρώτησα μου είπαν ότι έφυγε. Έφυγε χωρίς να πει ούτε ένα γειά;
Έτρεξα στο μετρό μήπως τον προλάβω. Το μετρό ήταν ένας υπόγειος βάλτος με σιχαμένα ζώα και άστεγους να βάζουν στοιχήματα ποιό ζώο θα σκοτώσει το άλλο. Σε μία στοά βρήκα ένα σημείωμα που μου ζητούσε συγνώμη. Μου έλεγε ότι ήταν πολύ οδυνηρά όλα αυτά και καλύτερα έτσι. Ίσως αν ήθελα να πάω σε αυτή τη συναυλία σε ένα μήνα. Θα ήταν κι αυτός εκεί. Όχι για να μιλήσουμε, δε θα μιλάγαμε ποτέ ξανά. Απλά για να βρεθούμε για άλλη μια φορά στον ίδιο χώρο, να νιώσουμε τον αποχαιρετισμό πιο φυσιολογικό.
Why don’t you trust me? Why don’t you open up to me? Ήταν η φωνή που άκουσα στο βάθος την ώρα που μασούσα το μπέικον αλλά ήταν αδύνατον να το καταπιώ – είχα αυτόν τον κόμπο. Τώρα τι να του πω κι αυτού. Ξέρεις, αγάπη μου, το πρόβλημα είναι πως η Χρύσα δεν έχω ιδέα τι τρώει για πρωινό αυτές τις μέρες και η Μαίρη δε βλέπει πια ταινίες μαζί μου και η Γιώτα όλο τέλεια μου λέει, αλλά δε μου λέει τίποτα ουσιαστικό και η κυρία από κάτω δεν ξέρω πια τι μαγειρεύει ή αν ζει και οι άλλοι φίλοι μου που με ξέγραψαν από τη ζωή τους δεν έπαθαν τίποτα τελικά, μάλλον καλύτερα ζουν χωρίς εμένα. Κι αυτό το κορίτσι με τα καρέ μαλλιά και τα παπούτσια του μποξ, δεν έχω ιδέα που είναι. How can I fuckin trust you when I don’t trust myself? Τον είδα να φεύγει κοπανόντας την πόρτα τσαντισμένος. Για άλλη μια φορά δεν είχα απαντήσει απολύτως τίποτα σε όσα με ρωτούσε, μόνο τον κοίταζα με εκνευριστικά απορημένα μάτια. |
|  |